Τα επεισόδια που ακολούθησαν τον τελικό του κυπέλλου επιβεβαίωσαν ότι η βία δεν περιορίζεται γεωγραφικά πλέον στα γήπεδα. Τα καταδικαστέα επεισόδια έλαβαν χώρα μετά τον αγώνα και μακριά από το γήπεδο. Το φαινόμενο δυστυχώς αποκτά βαθιές ρίζες αντικοινωνικές συμπεριφοράς, τις οποίες μόνο με ολοκληρωμένο σχέδιο και αποφασιστικότητα από μέρους της πολιτείας μπορεί να εκριζωθούν.
Εκφράζοντας την αμέριστη συμπάθεια και συμπαράσταση μου στους αστυνομικούς που τραυματίστηκαν στη διάρκεια των επεισοδίων αυτών, οφείλω να καταγράψω τη διαφωνία μου με την εν θερμώ προειδοποίηση της αστυνομίας ότι θα πάψει να αστυνομεύει ποδοσφαιρικούς αγώνες.
Τέτοιες προσεγγίσεις δεν συμβάλλουν στην αντιμετώπιση του ζητήματος. Αντίθετα «γεννούν» ερωτηματικά για τις συνέπειες μιας τέτοιας ενέργειας, όταν μάλιστα η Αστυνομία είναι επιφορτισμένη να παρέχει την απαιτούμενη ασφάλεια. Η επίρριψη ευθυνών σε άλλους φορείς δεν μπορεί να διαγράψει τις ευθύνες της αστυνομίας για τα όσα έχουν γίνει εντός των γηπέδου, αφού παρά τον αυστηρό αστυνομικό έλεγχο στις εισόδους δεκάδες φωτοβολίδες πέρασαν μέσα στο γήπεδο.
Πρόσφατα (30/3/2010) έχω συζητήσει με τον Αρχηγό Αστυνομίας τα ζητήματα αυτά και έχουμε συμφωνήσει ότι αυτά θα αξιολογηθούν σε επόμενη συνεδρία της Επιτροπής Νομικών, μετά την λήξη της αγωνιστικής περιόδου.
Ειδικότερα συζητήσαμε τα προβλήματα στην εφαρμογή της νομοθεσίας και την παράλειψη της Αστυνομίας να λάβει συγκεκριμένα μέτρα που προνοούνται στο Νόμο, ζήτησα να γίνει αξιολόγηση της μέχρι σήμερα αστυνόμευσης εντός και εκτός των γηπέδων, συμφωνήσαμε στην εισαγωγή ως μέτρου το δικαίωμα για άμεση απαγόρευση της εισόδου στο γήπεδο, την επαναξιολόγηση της δυνατότητας μετακίνησης φιλάθλων, την εισαγωγή αυτόφωρου αδικήματος.
